Παραμονή των Θεοφανείων. Κάλαντα των Φώτων, όπως τα λέγαμε στο χωριό. Η μάνα τηγάνιζε τα ξεροτήγανα (τηγανίτες) και το σπίτι γέμιζε με τη μεθυστική ευωδιά του λαδιού και του μελιού.
Τα σάλια μας πήραν να τρέχουν , από τη γλυκιά προσμονή κι η επιθυμία να τα δοκιμάσουμε, μας μάζεψε, όλους, γύρω από το τηγάνι..
-Θα κάψετε τη γλώσσα σας! Έλεγε η μάνα ,βλέποντας τον Κωστή και το Θόδωρο ν ’απλώνουν τα χεράκια τους στη μεγάλη κούπα. Περιμένετε !… ΄Όπου να ‘ναι τελειώνω !… Πού ν’ ακούσουν ,όμως οι μικροί !
– Μα κι εμείς ,οι μεγάλοι, δεν πηγαίναμε πίσω . Τσουρουφλίζαμε και τα χέρια μας και τα χείλη μας, αλλά δεν μπορούσαμε ν’ αντισταθούμε στην τόση λιγούρα που μας έπιασε.
Κι αλήθεια ! Τόση νοστιμάδα ,δε θυμάμαι σε κανένα άλλο γλυκό. Πιο νόστιμα ξεροτήγανα ,από ‘κείνα της μάνας μου ,δεν ξανάφαγά. Και πώς τα καρτερούσαμε, Θεέ μου! Ήταν ένα από τα λίγα γλυκιστικά που τρώγαμε στο σπίτι μας.
Όταν, επιτέλους τέλειωσε ,η μάνα, κι έβαλε τη γεμάτη κούπα στο τραπέζι και το πιάτο με το μελισσόμελο δίπλα, ήταν σαν να μας άνοιξε τον παράδεισο. Μπορούσαμε να φάμε μέχρι να σκάσουμε…
Και να δεις, που ο καθένας έκανε και τα κολπάκια του, για να φάει όσο γινόταν περισσότερα.
Εγώ, λόγου χάρη, απέφευγα να τα βουτήξω στο μέλι, γιατί το ‘ξερά πως τα μελωμένα ξεροτήγανα μας αποστόμωναν, γρήγορα. Κι ο Αριστείδης όλο και παραπονιόταν πως πάντα έτρωγα πιο πολλά. Κι ήταν σωστό, αυτό που’λεγε.΄Όταν, όλοι οι άλλοι σταματούσαν χορτασμένοι κι αποστωμομένοι, εγώ συνέχιζα να μασουλώ και να τους χαμογελώ, πονηρά.
Με κοίταζαν με ζήλεια κι η Μαρούλα δήλωνε πως την άλλη φορά, θα κάνει κι εκείνη το ίδιο, μα ως την άλλη φορά το ξεχνούσε, ή μάλλον δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στη γλυκιά γεύση του μελιού και την πάθαινε πάντα.
Φυλάξετε λίγα για τον πατέρα σας και για κανέναν ξένο και ρίξτε τα υπόλοιπα στη στέγη για τους σκαλαπούνταρους! είπε η μάνα σαν μας είδε χορτασμένους. Κι αμέσως, πήραμε να κάνουμε τους καλικάντζαρους.
Τιτσί, τιτσί ,λουκάνικο,
μαχαίρι μαυρομάνικο,
κομμάτι ξεροτήγανο,
να φάμε και να φύγουμε,
γιατ’ έρκεται ο τρουλόπαπας
με την αγιαστούρα του…
Την ώρα που, με πρώτη τη Μαρούλα, που κρατούσε την κούπα, βγήκαμε στην αυλή, για να ρίξουμε τα ξεροτήγανα στα κεραμίδια ,για τους καλικάτζαρους, όπως ήταν το έθιμο, φάνηκε ο παπα-Χριστόφορος ν’ ανεβαίνει το μονοπάτι, για το σπίτι μας.
Ερχότανε να καλαντίσει, όπως έκανε πάντα στα κάλαντα, αλλά και σε κάθε πρωτομηνιά. Το τενεκεδάκι με τον αγιασμό το κρατούσε ,τούτη τη φορά, ο Βασίλης, που μας χαιρέτησε, από μακρυά, κουνώντας το χέρι του.
Μάνα !.. Έρχεται ο Παπάς ! φώναξα, κι ώσπου να βγει, εκείνη, στην ξώπορτα, κατέφθασε κι ο παπα-Χριστόφορος.
– Ο Θεός μαζί σας ! είπε και βύθισε το ματσάκι του, μ’ελιά και βασιλικό, στο τενεκεδάκι, που του πρότεινε ο Βασίλης.
Προσκύνησε, η μάνα, το σταυρό, φίλησε και το χέρι του παπά κι αυτός της ράντισε το μέτωπο.
Ακολουθήσαμε, όλοι ένας, ένας, κι ο παπα-Χριστόφορος κοίταζε, γύρω, τριγύρω σαν κάτι να γύρευε.
-Ο Νικόλας πού είναι; ρώτησε όταν προσκυνήσαμε όλοι κι ο πατέρας δεν παρουσιάστηκε.
– Δεν ήλθε, ακόμα, παπά μου! Είναι στο χωράφι ,είπε η μάνα και του ’ριξε ένα νόμισμα στο τενεκεδάκι.
-Ευχαριστώ! είπε ‘κείνος κι ακολούθησε τη μάνα στο σπίτι. Αγίασε, ραντίζοντας όλα τα δωμάτια κι η μάνα τον κάλεσε να καθίσει, να τον κεράσει καμιά ζιβανία.
– Βιάζομαι, Ελένη, βιάζομαι! ΄Έχω κάμποσα σπίτια, ακόμα. Κι όπου να’ ναι φτάνει κι ή ώρα του εσπερινού! πρόσθεσε και με κοίταξε με σημασία.
Κατάλαβα. Σε περιμένω, σαν να μου έλεγε, Ο προϊμιακός και το ψαλτήρι σε καρτερούν. Κι είν’ αλήθεια, ο καλός μας ιερέας κι οι ψάλτες άφηναν εμάς, τους μαθητές, να κάνουμε τον αναγνώστη ,στους εσπερινούς, για να συνηθίσουμε ,όπως έλεγαν.
– ΄Έλα, παπά μου ! Πάρε, τότε, κανένα ξεροτήγανο! του’ πε, η μάνα, και του πρότεινε την κούπα.
– Ένα ξεροτήγανο θα το πάρω! Κι ευχαριστώ, πρόσθεσε καθώς βουτούσε την άκρη του στο πιάτο με το μέλι.
Η Μαρούλα κρατούσε, ακόμα, την κούπα με το μερίδιο των καλικάτζαρων και μόλις απομακρύνθηκε ο παπάς, μας την έδειξε, κάνοντας και μια γκριμάτσα ,σαν να’ θέλε να πει « Τι θα γίνει μ ’αυτά εδώ ! » κι αμέσως, λες και μας έδωσε το σύνθημα, ξαναρχίσαμε.
Τιτσί, τιτσί ,λουκάνικο,
μαχαίρι μαυρομάνικο,
κομμάτι ξεροτήγανο
να φάμε και να φύγουμε,
γιατ’ έρχετει ο τρουλλόπαπας
με την αγιαστούρα του…!
Δεν προλάβαμε να τελειώσουμε, το τραγουδάκι μας κι έγινε χαμός. ΄Ορμησαν ,οι μικροί στην κούπα, γέμιζαν τις φούκτες τους με ξεροτήγανα και τα’ ριχναν στα κεραμίδια, ξεφωνίζοντας. Μερικά γύριζαν πίσω και τα ξανάριχναν. Κι οι φωνές τους ακούγονταν ως την πέρα γειτονιά.
Τιτσί, τιτσί, λουκάνικο,
μαχαίρι μαυρομάνικο,
κομμάτι ξεροτήγανο
να φάμε και να φύγουμε,
γιατ’ έρχεται ο τρουλλόπαπας
με την αγιαστούρα του.
-Τώλα θα φύγουν οι καλαπούνταλοι ; ρώτησε η Δωρούλα, όταν ,πια, άδειασε η κούπα κι ησύχασε κι ο τόπος από τα γέλια και τα ξεφωνητά.
– ΄Έφυγαν, μωρό μου ! ΄Έφυγαν, κιόλας! της απάντησε η μάνα κι ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε αυθόρμητα από τα σπλάχνα της μικρής. – Α ! είπε κι ένας νέος αναστεναγμός την ηρέμησε, λες, ολότελα. Τώλα, δε θα φοβάμαι να βγαίνω ετσω τη νύχτα ! Πρόσθεσε κι ένα ροδοκόκκινο χρώμα απλώθηκε στο προσωπάκι της.
Είν’ αλήθεια, πως οι διηγήσεις του παππού Αριστόδημου, για τους καλικάτζαρους, μας είχαν επηρεάσει όλους, μα φαίνεται πως η μικρούλα μας ήτανε τρομοκρατημένη. Και τώρα που’φυγαν, πια, ένιωσε να ξαλαφρώνει μ’εκείνους τους βαθιούς αναστεναγμούς που ‘φεραν μια λάμψη στα ματάκια της και δυο ανθισμένα τριαντάφυλλα στα μαγουλάκια της.