Γροθιά....

...στην Διαφθορά, στην Αδικία, στην Μετριότητα

ΑρχικήΚΥΠΡΟΣΤο πρωταπριλιάτικο ψέμα

Το πρωταπριλιάτικο ψέμα

1η Απριλίου 1955! Ο Μεγάλος Αγώνας έχει αρχίσει. Η Μέρα τούτη σημαδεύτηκε με την Μεγαλύτερη Αληθεια που μπορούσε να ειπωθεί.
Η σκλαβωμένη Κύπρος μας αποφάσιζε επιτέλους να διεκδικήσει με αίμα την Λευτεριά της.
Πως όμως ο Λαός μας και ειδικά η τότε Νεολαία μας υποδέκτηκε τον Ξεσηκωμό.
Ας ακολουθήσουμε την ψυχή ενός μαθητή να μας ταξιδέψει σε Εκείνη τη μέρα.

Παρατίθενται αποσπάσματα από το μυθιστόρημα για παιδιά,
«Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΩΝΑΣ» του Αντρέα Κωνσταντινίδη.

Το πρωταπριλιάτικο ψέμα

Όλο το απόγευμα προσπαθώ να μελετήσω την ιστορία μου, μα τίποτα δεν έχω καταφέρει. Αύριο είναι πρωταπριλιά και το ψέμα που θα πω, πρέπει να εντυπωσιάσει τους συμμαθητές μου. Πρέπει…! Πρέπει…! Αχ, αυτό το πρέπει…!

Στο νου μου έρχεται και ξανάρχεται η περσινή πρωταπριλιά και δε μπορώ να πω με σιγουριά, αν αυτό που νιώθω, είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο…

Η καθηγήτριά μας, η δεσποινίδα Ελένη Τασίνη, μια λεπτή, αδύνατη, καλοφτιαγμένη κοπελίτσα, γύρω στα είκοσι-πέντε μπαίνει στην τάξη και κλείνει την πόρτα πίσω της.

Την ίδια στιγμή σηκώνομαι κι εγώ από τον πρόχειρο κρυψώνα μου. Χτυπώ την πόρτα κι η καρδιά μου χτυπά δυνατά….

– Εμπρός! Ακούγεται, καλοσυνάτη, η Φωνή της δεσποινίδας Ελένης.

– Με συγχωρείται που άργησα, δεσποινίς, λέω χωρίς να την κοιτάξω στα μάτια, γιατί μου φάνηκε πως με παρατηρούσε ερευνητικά, … μα ο κύριος γυμνασιάρχης, σας παρακαλεί να περάσετε για ένα λεπτό από το Γραφείο του… Κάτι σας θέλει, πρόσθεσα λίγο πιο σιγανά, γυρίζοντας το βλέμμα για Πρώτη Φορά απάνω της.

…..

Δε χάρηκα όμως για πολύ την «επιτυχία» μου, γιατί γυρίζοντας η δεσποινίδα Ελένη, κατακόκκινη από το πάθημά της, με κοίταξε μ’ εκείνα τα γλυκά, γεμάτα καλοσύνη μάτια της και με φωνή γεμάτη παράπονο  – έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε – παρ’ όλο που προσπαθούσε να το διασκεδάσει κι αυτή μαζί μας, μου είπε:

– Μπράβο σου, Νικολή ήσουν θαυμάσιος  ηθοποιός! Πρέπει να είσαι πολύ ευχαριστημένος…!

Όχι, δεν ήμουν καθόλου ευχαριστημένος. Και μάλιστα, από κείνη τη στιγμή, δεν είχα μάτια να την κοιτάξω.

……

Και να, που αύριο ξημερώνει πρωταπριλιά κι οι φίλοι με διάλεξαν πάλι, για το πρωταπριλιάτικο ψέμα, που η τάξη μας θα πει στον καθηγητή της ιστορίας, τον κύριο Ηλία.

 – Όχι, βρε παιδιά, είπα και ξανά ‘πα. Δεν κάνει πάλι εγώ!

– Κάνει και παρακάνει, Φωνάξανε δυο-τρεις μ’ ένα στόμα.

…..

Κι όμως, θα’ θελα να μη με διάλεγαν. Όλο το απόγευμα αυτό σκέφτομαι. Όσο θυμάμαι το περσινό, όλο και πιο πολύ μετανιώνω.

…..

Την ιστορία μου και το πρωταπριλιάτικο ψέμα τα θυμήθηκα ξανά την ώρα που νυσταγμένος, αφού τέλειωσα όλα τ’  άλλα γραψίματα, πήγα για ύπνο.

Η μάνα έλεγε πως πρέπει να γονατίζουμε και να κάνουμε την προσευχή μας, πριν να κοιμηθούμε, μ’ απόψε είπα να την κάνω ξαπλωμένος, με τη δικαιολογία πως κρύωνα. «Ο Θεός θα με καταλάβει» σκέφτηκα καθώς μουρμούριζα την προσευχή «και θα με συγχωρέσει». Και ξαφνικά, να την πάλι στο μυαλό μου, την ιστορία, που δεν τη διάβασα και το ψέμα, που δεν το βρήκα…

Όπως σκεφτόμουνα και κοίταζα προς τον τοίχο, απέναντι από τα πόδια μου, το μάτι μου έπεσε στην εικόνα της Παναγίας και στο Φως του καντηλιού, που τρεμόπαιζε μπροστά  της.

Μέσα στο σύθαμπο σα να μου φάνηκε πως  χαμογελούσε. Άνοιξα διάπλατα τα μάτια, κοίταξα προσεχτικά μα τίποτα. Η Παναγία, όπως πάντα, με κοίταζε γλυκά, προστατευτικά. Μα σε λίγο, πάλι τα ίδια. Μου φάνηκε, πάλι, πως χαμογελούσε και μάλιστα με κάποια σημασία. Συνδύασα το χαμόγελό της με την ιστορία μου, που ‘μενε αμελέτητη και το πήρα πως η Παναγία μου ‘λεγε:

«Μη νοιάζεσαι, Νικολή! Εγώ είμαι δω. Κάτι θα γίνει και με την Ιστορία σου και με το ψέμα σου…!

…..

Το κρύο ήτανε ακόμη τσουχτερό, ιδιαίτερα τα πρωινά, μα γρήγορα το περπάτημα στο ανηφορικό μονοπάτι μάς ζέστανε.

Ο ήλιος πρόβαλε από την κορυφή του Φαλακρού κι έπαιρνε το δρόμο του σ’ ένα καταγάλανο ουρανό, που προμηνούσε μια γλυκιά ανοιξιάτικη μέρα.

Σα φτάσαμε στην πρώτη «μούττη»- έτσι λέγαμε το μέρος που το μονοπάτι σταματούσε τον ανήφορο κι άρχιζε να κόβει οριζόντια το βουνό – σταματήσαμε να πάρουμε ανάσα. Είχαμε καλύψει το ένα τρίτο, περίπου, του δρόμου, μα από δω και μπρος το περπάτημα ήτανε πιο εύκολο.

Στη δεύτερη μούττη, φάνηκε το Γυμνάσιο…..

…Προτού ριχτούμε στον κατήφορο, που, τις πιο πολλές φορές, τον κατεβαίναμε τρέχοντας, καθόμασταν, για ένα πεντάλεπτο, στη ρίζα μιας μοσφιλιάς για να ξεκουραστούμε.

Δεν προλάβαμε, σήμερα ν’ ανασάνουμε…

– Για σωπάστε…! Φωνάζει ο Πάνος και τεντώνει τ’ αυτιά του ενώ δείχνει με το χέρι του κατά το σχολείο.

– Ακούτε τίποτα;…

Ανασηκωθήκαμε ξαφνιασμένοι κρατώντας και την ανάσα μας.

Και πραγματικά, αυτό που ακούαμε δεν ήταν οι συνηθισμένες καθημερινές συζητήσεις που ‘φταναν, σαν ένα ακαθόριστο βουητό, ως εκεί που καθόμασταν.

Όχι, τούτο ακουγόταν καθαρά, ήταν τραγούδι, ήταν σαν ένα ξέσπασμα…

– Κάτι συμβαίνει είπαμε μονομιάς κι ορμήσαμε σαν κυνηγημένοι προς τον κατήφορο.

Πώς κατεβήκαμε το δρόμο, πώς το διασταυρώσαμε, πότε μπήκαμε στην αυλή του σχολείου ούτε που το κατάλαβα…

Όλοι οι συμμαθητές μας ήταν μαζεμένοι στο προαύλιο, κοντά στην κεντρική είσοδο. Συζητούσαν δυνατά και χειρονομούσαν. Μου φάνηκε πως τα πρόσωπά τους ήταν ξαναμμένα, ενθουσιασμένα…

Και να! Την ώρα που τραβούσα, από το μανίκι, το Χρυσανθή – ένα σοβαρό καστανομάλλη συμμαθητή μας – και τον ρωτούσα, με μάτια γουρλωμένα, να μου εξηγήσει, τι συμβαίνει, ξανάρχισε το τραγούδι…

 Ήταν ένα τραγούδι ξέφρενο, γεμάτο ενθουσιασμό, γεμάτο πάθος.

Τώρα είναι που τα ‘χα χαμένα. Τούτο το τραγούδι το τραγουδούσαμε, σαν είχαμε γιορτές εθνικές. Μα τώρα; Πρωί – πρωί…! Η περιέργειά μου γίνεται αγωνία. Ανασηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου, προσπαθώντας να δω τι γίνεται στο κέντρο της συγκέντρωσης. Τίποτε το ιδιαίτερο. Όλοι τραγουδούν. Εκτός εμείς κι όσοι φτάνουνε καθυστερημένοι και αγωνίζονται σαν και μας να καταλάβουν τι γίνεται.

Ξανατραβώ τον Χρυσανθή που ξελαρυγγίζεται στο τραγούδι…

Τα χέρια του – όπως και των πιο πολλών συμμαθητών μας – είναι ανασηκωμένα, με σφιγμένες τις γροθιές, λίγο πιο ψηλά από το κεφάλι και κουνιούνται, μπροστά-πίσω, στο ρυθμό του τραγουδιού.

Γυρίζει, με βλέπει γελαστός και χωρίς να σταματήσει το ρυθμικό κούνημα των χεριών του, μου Φωνάζει:

– Πόλεμος, Φίλε μου, πόλεμος… Αγώνας για τη Λευτεριά… Άκου…! Κι ενώ μου δείχνει, με τα δυο του χέρια τη συγκέντρωση, συνεχίζει το τραγούδι, παρακινώντας με να κάνω, κι εγώ, το ίδιο.

….Το λέμε οι Κυπραίοι,

το λέμε αντρειωμένοι,

τη Μάνα Ελλάδα θέλουμε,

την  Ένωση, παιδιά

……………………………….

Ούτε και τώρα δε φωτίστηκα. Κι έτσι που ‘μουνα συγχυσμένος, άφησα να με παρασύρει το τραγούδι…

. . .

Όταν, επιτέλους, τέλειωσε το τραγούδι και ξανάρχισαν οι συζητήσεις και οι χειρονομίες, τράβηξα, με δύναμη, τον Χρυσανθή λίγο παράμερα.

  Ρε Χρυσανθή! Θα μου εξηγήσεις λοιπόν τι συμβαίνει;

– Σου είπα, πόλεμος, μου ξαναλέει και, σα για να μου το βεβαιώσει, βγάζει από την τσέπη του ένα χαρτί, το ξεδιπλώνει και μου το βάζει στο χέρι,

– Να πάρε!

– Τι είν’ αυτό; Χωρίς να περιμένω απάντηση άρχισα να διαβάζω:

«Με τη βοήθεια του Θεού και με πίστη στον τίμιο αγώνα μας, με τη συμπαράσταση ολόκληρου του Ελληνισμού και με τη βοήθεια των Κυπρίων, αναλαμβάνουμε τον αγώνα για την αποτίναξη του Αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο το οποίο μας κατέλειπαν οι πρόγονοί μας σαν ιερή παρακαταθήκη:

«Ή ταν ή επί τας»

«Αδελφοί Κύπριοι»… συνέχιζε πάρα κάτω το Φυλλάδιο «μας ατενίζουν οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι τρακόσιοι του Λεωνίδα και οι νεώτεροι του Αλβανικού Έπους. Μας ατενίζουν οι αγωνιστές του εικοσιένα, οι οποίοι και μας εδίδαξαν ότι η απελευθέρωση από το ζυγό του δυνάστη αποχτάται πάντοτε με αίμα…»

Τόνιζε στη συνέχεια, το Φυλλάδιο, πως και οι Κύπριοι θα γίνουν «πολλώ κάρρονες εκείνων», μίλησε για θυσίες, για αίμα  σκληρό αγώνα, για την υλική υπεροχή του εχθρού, αλλά και για την πίστη ότι στο τέλος η νίκη θα είναι δική μας, αφού έχουμε το δίκαιο με το μέρος μας.

Μίλησε και για «διεθνείς διπλωμάτες»,  που δεν κατάλαβα, τι ήσαν, και τέλειωνε έτσι

 «… Έλληνες, όπου κι αν βρίσκεστε, ακούστε τη Φωνή μας. Εμπρός όλοι, για τη Λευτεριά της Κύπρου μας.

Ε.Ο.Κ.Α.
Ο αρχηγός Διγενής».

Σαν τέλειωσα και κοίταξα γύρω μου, πρόσεξα ότι κι άλλοι κρατούσαν και διάβαζαν το ίδιο Φυλλάδιο.

Σιγά-σιγά, οι συμμαθητές μου σκορπίστηκαν παρέες …

Άκουα με το στόμα ανοιχτό. «Άραγε, θα ‘χουνε και όρκο» σκέφτηκα, «και θα ορκίζονταν σαν τα μέλη της φιλικής Εταιρείας; Θα ‘χουνε και συνθηματικά για να γνωρίζονται μεταξύ τους;» ….

Η ώρα περνούσε και το κουδούνι δε χτυπούσε. Κανένας από τους καθηγητές μας δε φαινόταν.

– Είναι στο Γραφείο του Γυμνασιάρχη και συνεδριάζουν, άκουσα να λέει κάποιος.

Στο μεταξύ τα νέα παίρναν και δίναν.

– Στη Λευκωσία έγιναν εκρήξεις, στο Ραδιοσταθμό, έλεγε ο ένας.

– Εκρήξεις έγιναν και στη Λεμεσό και στην Αμμόχωστο, πρόσθετε ο άλλος.

– Και πού το ξέρεις, εσύ; απορούσε κάποιος άλλος.

– Το ραδιόφωνο! Το είπε το πρωί το ραδιόφωνο, ….

….. βόγκηξε ξαφνικά, στα χέρια του παιδονόμου μας, του κ. Μιναϊδη, το καμπανάκι του σχολείου κι αμέσως, όλος αυτός ο μαθητόκοσμος βιάστηκε να μπει στις τάξεις.

 Έτρεξα στην τάξη μας, τη Β2′, από τους πρώτους.  Ήθελα να μη μου ξεφύγει τίποτα απ’ όσα θα λέγονταν εκεί μέσα.

Παράξενο! Κανένας δε μιλούσε. Ένας-ένας έμπαιναν στην τάξη σοβαροί-σοβαροί και κάθονταν αμίλητοι στις θέσεις τους.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου ανυπομονούσα κι ήθελα να ‘ρθει γρήγορα η καθηγήτρια. Κάτι σαν να περίμενα να μας ανακοινώσει. Κάτι καρτερούσε η ψυχή μου. Κάτι που επέμενε μέσα μου, να με αναστατώνει και να με κρατεί σε ένταση.

Τίποτε, όμως, δεν έγινε απ’ όσα περίμενα.

Μπήκε, καλημέρισε, γύρισε τα μάτια της, αργά-αργά σ’ όλη την τάξη, μ’ αντί γι’ αυτό που περίμενα, είπε μονάχα.

Καιρός ήτανε!… και σα να μετάνιωσε, πρόσθεσε.

Παιδιά, νομίζω πως είναι ώρα να κάνουμε το μάθημά μας….

Η καθηγήτριά μας έμεινε να κοιτάζει στο βάθος της τάξης, μα το βλέμμα της, φαινόταν να βυθίζεται πολύ πιο μακριά.  Τρυπούσε, λες τον τοίχο, όλους τους τοίχους κι έφτανε και  σταματούσε σ’ ένα μακρινό σημείο.  Έμεινα να την κοιτάζω.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτό. Στην τάξη απόλυτη ησυχία, Κανένας δεν έκανε τίποτα. Ούτε κι η καθηγήτρια άρχιζε το μάθημα…

– Θα κάνουμε έκθεση, ακούστηκε κάποτε η φωνή της. Κι ήταν τόσο σιγανή, τόσο υπόκωφη, λες κι έβγαινε από τα βάθη του είναι της.

Δεν είχαμε έκθεση, σήμερα, μα κανένας δε διαμαρτυρήθηκε…

– Θέμα ελεύθερο, ξανακούστηκε η δεσποινίδα Ελένη κι η φωνή της έγινε ακόμα πιο βαθιά. Μου Φάνηκε σα να ‘ρχόταν τώρα από άλλο κόσμο.

Προχώρησε αργά και κάθισε στην έδρα.

Βγήκαν τα τετράδια, αργά-αργά, μετροφυλλήθηκαν ακόμα πιο αργά, πάρθηκαν στα χέρια τα μολύβια, μα κανένας δεν έγραφε….

….έγραψα στο περιθώριο την ημερομηνία, 1.4.1955, και… ξαφνικά, θυμήθηκα…! Θυμήθηκα το πρωταπριλιάτικο ψέμα.

– Αχ, Θεέ μου! Μπας κι όλα τούτα είναι ένα καλοστημένο πρωταπριλιάτικο ψέμα! Λες να τα σχεδίασε κανένας μεγάλος ψευταράς! Μα, αν είναι έτσι…

Οχι…! Όχι…! Αδύνατον…! Πώς μπορεί ένας να παίζει με τον πόθο ενός ολόκληρου μαθητόκοσμου; Ενός ολόκληρου λαού;

Όχι, δεν ήταν ψέμα!

Η έκθεση της δεσποινίδας Ελένης δε γράφτηκε, μα ούτε και τη ζήτησε. Πέρασαν τα λεπτά, πέρασε η ώρα.

Κανένας δε μιλούσε, κανένας δεν έγραφε κι η καθηγήτρια δεν έβλεπε, δεν έλεγε τίποτε.

Ο καθένας ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Σαν αστραπή περνούσαν από το μυαλό μου, όλα, όσα διάβασα και άκουσα, για πολέμους, για κλέφτες και αρματωλούς, για Σουλιώτες και Σουλιώτισσες, για σημαίες και μπαϊράκια… Και να! Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, βρίσκεται τώρα μπροστά μου. Τον βλέπω που υψώνει μια πελώρια σημαία, τόσο μεγάλη, που να σκεπάζει την τάξη μας. Να με τυλίγει μέσα της, να χάνομαι, να σβήνω, να μη σκέφτομαι…

Όταν το κουδούνι χτύπησε, για διάλειμμα, τα τετράδια δεν έκλεισαν. Έμειναν εκεί, ανοιχτά να καρτερούν…

Ούτε και ιστορία κάναμε, με τον κύριο Ηλία, την επόμενη ώρα. Ούτε και πρωταπριλιάτικο ψέμα, νοιάστηκε κανείς να του πει.

Η μέρα τούτη, σημαδεύτηκε με τη μεγαλύτερη αλήθεια, που μπορούσε να ειπωθεί:

Η σκλαβωμένη Κύπρος μας αποφάσιζε, επιτέλους, να ζητήσει, να διεκδικήσει με αίμα τη Λευτεριά της. Κι είναι σήμερα πρωταπριλιά.

«Ποτέ, πια, δε θα ξαναπώ ψέμα την πρωταπριλιά» αποφάσισα. Και δεν ξανά ‘πα.

RELATED ARTICLES

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Most Popular