Σεπτέμβρης του ’22.
Η Σμύρνη, το στολίδι της Ιωνίας, είχε ήδη σιγήσει.
Από τις 9 του μήνα, τα μαγαζιά κατέβασαν ρολά, τα παράθυρα έκλεισαν, το ασκέρι του Κεμάλ γέμισε δρόμους και συνοικίες.
Στις εκκλησιές, οι γυναίκες ανάβουν κεριά και κοιτούν βουβές τον ουρανό.
Μια παράξενη σιωπή σκεπάζει την πόλη. Αναμονή στην καταιγίδα…..
13 Σεπτεμβρίου — Το προσάναμμα
Απόγευμα, λίγο πριν το σούρουπο, στην αρμένικη συνοικία άναψε η πρώτη.
«Στρατιώτες» (γκρίζα σκυλιά), με μπιτόνια μπαίνουν στα σπίτια.
«Τους είδα με τενεκέδες να ραντίζουν τον δρόμο, αμέσως ξεπήδησαν φλόγες»,
Minnie B. Mills, Αμερικανικό Σχολείο.
Από τον πύργο της Μπουρνόβας, Λεβαντίνοι κοίταζαν με κιάλια:
«Στρατιώτες έβαζαν φωτιά, πυροβολούσαν όποιον έτρεχε».
Η φωτιά ξεκίνησε. Σαν κόκκινο φίδι, κυλά από γωνιά σε γωνιά, τυλίγει τις γειτονιές.
Οι πρώτοι καπνοί σηκώνονται και φτάνουν ως τη Μπουρνόβα και το Μπουτζά.
Από τις αυλές των σχολείων, τα παιδιά κοιτούν τον ουρανό που σκοτεινιάζει.
Η μυρωδιά του πετρελαίου μπερδεύεται με την μυρωδιά του καμένου ξύλου, η Σμύρνη ανασαίνει για τελευταία φορά.
Και τότε αρχίζει η φυγή.
Χιλιάδες άνθρωποι τρέχουν προς το Κε, τη μεγάλη προκυμαία.
Άντρες τραβούν τις μανάδες τους, γυναίκες σέρνουν παιδιά απ’ το χέρι, γερόντισσες γονατίζουν στη μέση του δρόμου.
«Φύγετε! Καίγεται!» ακούγεται παντού.
Η νύχτα πέφτει με ουρλιαχτά, με φωτιές που φτάνουν τον ουρανό και στάχτη που πέφτει σαν μαύρο χιόνι.
14 Σεπτεμβρίου — Η Κόλαση Άνοιξε τις Πύλες της
Ξημέρωσε 14 Σεπτεμβρίου 1922
Η φωτιά έχει αγκαλιάσει τις ελληνικές και αρμενικές συνοικίες.
Η ζέστη αφόρητη, ο άνεμος φέρνει καπνό και σπίθες.
Οι άνθρωποι έχουν σπρωχτεί στην προκυμαία: Πίσω Φωτιά, μπροστά θάλασσα.
Οι διαφυγές κλειστές. «Στρατιώτες», Σκυλιά Λυσσασμένα με ξιφολόγχες, κανείς δεν περνά.
«Όποιος πήγαινε πίσω, τον χτυπούσαν με υποκόπανο».
Στην αποβάθρα, μανάδες θηλάζουν μωρά που κλαίνε από δίψα.
Γέροι πέφτουν και δεν ξανασηκώνονται.
Κάποιοι απελπισμένοι πέφτουν στη θάλασσα. Τι αποζητούν; Σωτηρία ή Τέλος στο μαρτύριο.
Η νύχτα έρχεται, η κόλαση μένει.
Η στάχτη σκεπάζει τα πάντα, ο καπνός τυλίγει τις ψυχές, ο ουρανός κόκκινος.
Οι φλόγες φώτιζαν τα καράβια των Συμμάχων.
Οι ναύτες έβλεπαν, άκουγαν, σιωπούσαν.
«the smell was horrible, like burning flesh».
«Μαρτυρία από το ημερολόγιο δοκίμου του HMS Serapis (Imperial War Museum)»
Μόνο λίγοι τόλμησαν, Οι περισσότεροι ακολούθησαν διαταγές. Ουδετερότητα.
15 Σεπτεμβρίου — Οι Άντρες Ξέχωρα
Ξημέρωμα 15 Σεπτεμβρίου 1922
Χιλιάδες άνθρωποι ακόμα στην προκυμαία.
«Στρατιώτες» περνούν ανάμεσα στο πλήθος, Όλοι οι άνδρες 17-40 ετών, ξέχωρα.
«Μας έδεσαν δυο-δυο και μας πήραν προς τα βόρεια, δεν ξαναείδα τους φίλους μου»,
Εκτελέσεις επιτόπου, οι «τυχεροί» σε τάγματα εργασίας… αγνοούνται.
Οι γυναίκες μένουν πίσω, με τα παιδιά αγκαλιά. Περιμένουν.
Κάποιες θρηνούν πάνω από πτώματα, κάποιες προσεύχονται δυνατά.
Η φωτιά έχει πια καταπιεί όλη την πόλη, πίσω μόνο στάχτη και καμένα κορμιά.
16–17 Σεπτεμβρίου – Το Τέλος…. Η Ελπίδα.
16 Σεπτεμβρίου αρχίζουν να καταπλέουν τα πρώτα πλοία εκκένωσης.
Οι τουρκικές αρχές επιτρέπουν επιβίβαση σε γυναίκες, παιδιά και γέροντες.
Οι άνδρες κρατούνται.
Η προκυμαία βουίζει. Σπρωξίματα, φωνές, κλάματα.
«Πετάξαμε στη θάλασσα τα ρούχα μας για να μας χωρέσουν στο πλοίο»
Οι τυχεροί μπαίνουν, οι άλλοι ελπίζουν.
Τα πλοία φεύγουν, η Σμύρνη πίσω, τεράστια δάδα.
«Όταν κοίταξα πίσω, η πόλη δεν υπήρχε πια – μόνο καπνός.»
Μνήμη και Χρέος
Η Σμύρνη χάθηκε, οι Σμυρνιοί Όχι.
Η Σμύρνη έγινε Στάχτη. Η Στάχτη όρκος: Ποτέ ξανά.
Η μνήμη δεν είναι Συναίσθημα. Είναι δάσκαλος, είναι οδηγός. Είναι μήτρα του Χρέους.
Όποιος ξεχάσει Θα το Ζήσει ξανά.
Όποιος ξεχάσει τους Δήμιους, οδεύει ξανά στην Φωτιά.
Σήμερα, στην Κύπρο, ο εχθρός είναι εκεί, ο ίδιος. Περιμένει.
Ρωτήστε τον Ισαάκ, ρωτήστε το Σολωμό.
Μας τυφλώνει με ψεύτικα λόγια και μεγάλες υποσχέσεις.
Αν τον αγνοήσουμε, θα ξαναζήσουμε την Σμύρνη,
Αυτή τη φορά ο «Συνωστισμός». Θα είναι στην Πιαλέ Πασά, στον Μόλο, Στο Λιμανάκι.
Χρέος μνήμης και τιμής στους μάρτυρες της Σμύρνης.
Όχι μόνο για το παρελθόν, για το μέλλον, το δικό μας και των Παιδιών μας.
Οι στάχτες τους ο όρκος μας: Πότε Πια!
